Το οὖς (γεν. ὠτός, δοτ. ὠτί, πληθ. ὦτα, ὤτων, δοτ. ὠσί / ὤτοις. Αλλά απαντάται και ως (το) οὖας (γεν. οὔατος, πληθ. οὔατα) > τα ωτία, τα υτiα > τα αυτια, κλπ. Τα ωτία τα λένε ακόμη οι Πόντιοι. Ενώτια τα σκουλαρίκια. Η λέξις ούς υπάρχει στα μυκηναϊκά ως anowoto / anowe. Ετυμολογείται από το ρ. ἀΐω = αἰσθάνομαι > λατ. auris, audio, ρωσ. ухо
/ ukho, (πληθ.), ushi κλπ.
- ΔΕΙΤΕ σχετικό βίντεο του Γ. Λεκάκη, ΕΔΩ.
- ΣΧΟΛΙΟ: Η λέξις αυτί γράφεται με τον δίφθογγο αυ και όχι εξαπλουστευμένα “αφτι”. Εάν το γράψουμε αφτί, χάνεται η σχέσις με τα παράγωγά του σε άλλες γλώσσες, όπως λ.χ. audio… Αλλά και ἀμφ-ώης = ο αμφορέας.- ΠΗΓΗ: επιγρ. IGIl(2).161 B126, al. (Δηλος, 3ος αι. πΧ), v. sub fin.). Φρύν. 186. Σιμων. 37.14. Επίχ. 21, Ιπποκρ. Cord. 8,al. επιγραφη SIG1025.62 (Κως, 4ος / 3ος αι π.Χ).
- ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ περι ΩΤΟΣ / ΑΥΤΙΟΥ, ΕΔΩ.
Συνταγές πατρός Γυμνασίου:
- Για την βαρηκοΐα:
- Στίβουμε φύλλο βρομοκαρυάς[3] καί τον χυμό του τόν βάζουμε μέ βαμβάκι στα αυτιά.
- Άλλος τρόπος: Τηγανίζουμε 4 κρόκους αυγών και το λάδι που θα βγάλουν το βάζουμε μέ βαμβάκι στά αυτιά.
- Για τον πόνο στα αυτιά[2]: Ο πόνος τών αυτιών είναι μιά φλόγωσις ή φλεγμονή τών εσωτερικών ή εξωτερικών οργάνων τών αυτιών, ο πάσχων δοκιμάζει πόνους δυνατούς εις όλο τό αυτι εκτεταμένους εως του φάρυγγος, είς δέ τήν ακοήν βούισμα και σφύριγμα. Ο πόνος αυτός προέρχεται από ρευματισμούς ή κακουχίαν ή άπό μετάστασι των υλών ή κρύωμα του αέρα ή κτυπήματα καί πληγάς ή από συνάχι ή από σύφιλιν.
-
- Παίρνουμε 4 αυγά, τα βράζουμε καλά καί έπειτα θά πάρουμε τούς κρόκους των και θά τούς καβουρδίσουμε καλά σκέτους εως ότου βγάλουν λάδι. Τό λάδι αυτό χρησιμοποιούμε, ρίχνοντας από λίγες σταγόνες είς τά αυτιά.
- Άλλος τρόπος: Βράζουμε μισή όκά ξύδι καί εκθέτουμε εις τόν ατμόν τό πονεμένο αυτί μας. Αφού εισδύση εις αυτό αρκετός ατμός, βάζουμε δύο σταλαγματιές αμυγδαλόλαδο καί κλείνουμε το αυτί μέ βαμβάκι.
- Για την ωτίτιδα ο π. Γυμνάσιος συνιστά:
ΔΑΦΝΗ ή ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΑ. – ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ περι ΩΤΙΤΙΔΑΣ, ΕΔΩ.
Και για την παρωτίτιδα[1], κισσό.
- Ο λαός μας για τα βουλωμένα αυτιά:
Έπαιρναν ψιχα από καρυδια, τα έκαιγαν σε ένα τουλπάνι, και όταν ζεσταινόταν πολύ, το έσφιγγαν με μια τανάλια, μέχρι να βγει χυμός. Έριχναν λίγες σταγόνες από αυτό στο βουλωμένο αυτί.
ΠΗΓΗ: Γ. Λεκάκης «Λεξικο παραδοσεων». ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 4.4.2018.
[1] Μαγουλάδες, παραμαγούλες, μαγουλήθρες, μαγούλα, μαγουλάς (μαγλάς στα λεσβιακά, μαουλάς στην Κω).
[2] Για τον αυτιόπονο / ωταλγία = πόνος των αυτιών, συνήθως από πυώδη ωτίτιδα: Έριχναν σταγόνες από ποντικόλαδο, λάβδανο, κ.ά. έφτιαχναν κεροπάνι, το οποίο άναβαν στο χωνοειδές τμήμα εκτός αυτιού. Η ζέστη ανακούφιζε τον πόνο.
[3] Ailanthus altissima / Αείλανθος ή Αΐλανθος ή Βρωμοκαρυδιά (λαϊκώς βρωμόδενδρο ή βρωμούσα): Δένδρο εκ Κίνας, που παράγει τοξικές ουσίες (κουασσινοειδή).
Γιατροσοφια βαρηκοια – ωτιτιδα – πονο αυτιων Γιατροσοφι βαρυκοια πονος αυτιου αυτι ους αυτια ους ωτος, δοτικη ωτι, πληθυντικος ωτα, ωτων, ωσι / ωτοις ουας ουατος, ουατα ωτιο υτιο αρχαια ελληνικη λεξις μυκηναικα μυκηναικη γλωσσα anowoto / anowe ετυμολογια αυτιου ωτος αιω = αισθανομαι λατινικα αουρις auris, audio, αμφωης αμφορεας αμφορευς επιγραφη Δηλος, 3ος αιωνας πΧ Φρυνιχος Σιμωνιδης Επιχαχρμος Ιπποκρατης επιγραφες νησος νησι Κως, δωδεκανησα 4ος λεσβος λεσβιακα λεσβιακη διαλεκτος βρομοκαρυα βρωμοκαρυα πατερ Γυμνασιος θεραπεια ιαση βαρηκοια φυλλο βρομοκαρυα χυμος βαμβακι αυτια τηγανισμα κροκου κροκος αυγων λαδι βρασμενο αυγο αυγα πονος φλογωσις φλογωση φλεγμονη οργανο βαρηκοιας φαρυγγα ακοη βουισμα βουιτο σφυριγμα ρευματισμοι κακουχια μετασταση υλων κρυωμα αερα κτυπημα πληγη συναχι συφιλις βρασιμο καβουρδισμα σταγονες οκα ξυδι ξιδι ατμος πονεμενο σταλαγματια αμυγδαλολαδο αμυγδαλο δαφνη ματζουρανα μαντζουρανα ΔΑΦΝΗ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΑ παρωτιτιδα κισσος ελληνικος λαος βουλωμενα βουλωμενο βρομοκαρυο βρωμοκαρυο τουλπανι, χυμος βρομοκαρυδοζουμο βρωμοκαρυδοζουμο βουλωμα παραδοσιακη λαικη ιατρικη μαγουλαδες, παραμαγουλες, μαγουληθρες, μαγουλα, μαγουλας μαγλας λεσβιακα μαουλας αυτιοπονος / ωταλγια πυωδης ποντικολαδο, λαβδανο, κεροπανι, κηροπανι χωνοειδες τμημα ζεστη ανακουφιση αειλανθος αιλανθος βρωμοκαρυδια βρωμοδενδρο βρωμουσα βρομοκαρυδια βρομοδενδρο βρομουσα δενδρο Κινα τοξικες ουσιες κουασσινοειδη τοξικα anowoto / anowe ανοβοτο ανοβε ορθογραφια, ανορθογραφια ωτια Ποντιοι ποντος ποντιακη διαλεκτος ενωτια σκουλαρικια καρυδι ταναλια, ψιχα καρυδιων
