Κάστρο επί του απόκρημνου βράχου του Ακροκορίνθου[1], που υψώνεται ΝΔ της Αρχαίας Κορίνθου. Αποτέλεσε την οχυρωμένη ακρόπολη της αρχαίας και μεσαιωνικής Κορίνθου.
- ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ περι ΑΚΡΟΚΟΡΙΝΘΟΥ, ΕΔΩ.
Το κάστρο του Ακροκορίνθου αποτελεί τυπικό δείγμα φρουριακής αρχιτεκτονικής, με κατασκευαστικές λεπτομέρειες και διακοσμητικά στοιχεία όλων των χρόνων της ιστορίας του. Τα τείχη ακολουθούν την φυσική γραμμή του βράχου, είναι κτισμένα σε τρεις αμυντικές σειρές και ενισχύονται με πύργους προμαχώνες, επάλξεις διάτρητες με πολεμίστρες και κανονιοθυρίδες.
- Μπροστά από την Α πύλη υπήρχε τάφρος με ξύλινη κινητή γέφυρα. Λιθόστρωτο καλντερίμι οδηγεί στις τρεις διαδοχικές πύλες. Η Α πύλη είναι τοξωτή και επιστέφεται με ένα τυφλό τόξο, όπου σώζεται βυζαντινή μαρμάρινη πλάκα.
- Η Β πύλη είναι μια εντυπωσιακή πυργοειδής διώροφη κατασκευή. Στο εσωτερικό της πέτρινης κλίμακας οδηγεί σε υπόγειες θολωτές αίθουσες.
- Η Γ πύλη διακοσμείται με τυφλό πεταλόσχημο τόξο και πλαισιώνεται από δύο ισχυρούς πύργους.
Στο εσωτερικό του κάστρου σώζονται:
- η πηγή της Άνω Πειρήνης με δύο υπόγειους θολοσκεπείς χώρους,
- ο ναος της θεάς Αφροδίτης (5ου – 4ου π.Χ. αι.) με μεταγενέστερες διαδοχικές κατασκευές,
- ερείπια ναών (Αγ. Δημήτριος, τρίκλιτη ενετική βασιλική, τζαμιά με μιναρέ),
- κρήνες,
- υπόγεια βυζαντινή δεξαμενή με πεσσούς και καμάρες από πλίνθους, κ.ά.
Στη ΝΔ. πλευρά του κάστρου ορθώνεται ο διώροφος φράγκικος πύργος-παρατηρητήριο με βαθμιδωτή βάση και ένα παράθυρο-πολεμίστρα. Ο κάτω όροφος ήταν δεξαμενή.
Στις βόρειες υπώρειες του λόφου Ακροκορίνθου, βρίσκονται τα ερείπια της Αγοράς της αρχαίας πόλης της Κορίνθου με μνημειακά κτίσματα (ιερά, κρήνες, ωδείο, θέατρο, καταστήματα, την πλακόστρωτη οδό Λεχαίου, τον επιβλητικό αρχαϊκό ναό του Απόλλωνα και το Μουσείο.
Στην αρχαιότητα ο Ακροκόρινθος συνδεόταν με την πόλη και το λιμάνι του Λεχαίου με τα Μακρά Τείχη.
Η οχύρωση εξασφαλίζεται με σύστημα τριών περιβόλων, που χωρίζονται μεταξύ τους με τείχη, ενισχυμένα με πύργους και προμαχώνες. Τρεις επιβλητικοί πυλώνες οδηγούν στο εσωτερικό, όπου υπάρχουν ερείπια κτισμάτων όλων των εποχών. Διακρίνονται:
- τμήματα του τείχους της κλασσικής αρχαιότητας.
- Ανοικοδόμηση και προσθήκες νέων οχυρώσεων της βυζαντινής περιόδου,
- εκτεταμένα οχυρωματικά έργα της εποχής της Φραγκοκρατίας και
- της Ενετοκρατίας.
- Επεμβάσεις κυρίως στο εσωτερικό έγιναν επί οθωμανοκρατίας.
Η πρώτη οχύρωση του Ακροκορίνθου χρονολογείται στα τέλη 7ου – 6ου π.Χ. αι. στα χρόνια της τυραννίας των Κυψελιδών. Εκτεταμένα τμήματα κλασσικής τοιχοποιίας ανάγονται στον 4ο π.Χ. αι. Από το 338 π.Χ. περνά στην κατοχή των Μακεδόνων, τους οποίους εξεδίωξε ο Άρατος και η πόλη έγινε μέλος της Αχαϊκής Συμπολιτείας.
Μετά την καταστροφή από τον Λεύκιο Μόμμιο Αχαΐκό (146 π.Χ.), το τείχος ανοικοδομείται με το ίδιο αρχαίο υλικό από τον Ιούλιο Καίσαρα (44 π.Χ.).
Η πρώτη χριστιανική φάση που διακρίνεται στην επισκευή του κλασσικού τείχους ανήκει στα χρόνια του Ιουστινιανού (6ος αι.). Ανοικοδόμηση και προσθήκες νέων οχυρών εκτελέσθηκαν στην πρωτοβυζαντινή και μεσοβυζαντινή περίοδο (7ο – 12ο αι.).
Το 1210 το κάστρο καταλαμβάνεται από τους Φράγκους (Όθ. de la Roche[2] και Γοδ. Βιλλεορδουίνο[3]). Ο άρχοντας του Ναυπλίου Λέων Σγουρός αυτοκτονεί[4], έφιππος από τα τείχη. Στα μέσα του 13ου αι. γίνονται εκτεταμένες επισκευές των τειχών. Στις αρχές του 14ου αι. το κάστρο παραχωρείται στον πρίγκηπα Ιωάννη Gravina και μετέπειτα στον N. Acciajuoli, που επισκεύασαν τις παλαιές οχυρώσεις και πρόσθεσαν νέες. Το 1395 κύριος του κάστρου έγινε ο Θεόδωρος Παλαιολόγος, που για οικονομικούς λόγους το πούλησε στους Ιωαννίτες, ιππότες της Ρόδου, που το κρατούν μέχρι το 1404, οπότε ο Παλαιολόγος το ξανακέρδισε. Το 1458 ο σουλτάνος Μωάμεθ Β’ έκαμψε την αντίσταση του βυζαντινού διοικητή Ματθαίου Ασάν και κατέλαβε τον Ακροκόρινθο, στο εσωτερικό του οποίου κτίσθηκαν τέσσερα τζαμιά.
Το 1687 οι Ενετοί κατέλαβαν το Κάστρο και εκτέλεσαν οχυρωματικά έργα που ολοκληρώθηκαν το 1711. Το 1715 ο Ακροκόρινθος παραδίδεται μετά από πολιορκία στους οθωμανούς. Το 1823 η Κόρινθος απελευθερώθηκε και ο Αβδουλάχ-μπέης, παρέδωσε το κάστρο στα ελληνικά στρατεύματα.
ΠΗΓΗ: Κ. Σκαρμούτσου, αρχαιολόγος ΠΕ, ΥΠΠΟΑ, Γ. Λεκάκης «Συγχρονης Ελλαδος περιηγησις», ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 7.3.2013.
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ Γ. Λεκάκη:
[1] ὁ Ἀκροκόρινθος είναι ἡ ἀκρόπολις τῆς Κορίνθου – βλ. Εὐρ. Ἀποσπ. 1069, 1084, Ξεν. Ἑλλ. 4.4,4. Πλούτ. Κλεομ. 16.4.
Ο Ακροκόρινθος είναι αρσενικό τοπωνύμιο για να είναι σαφώς διακριτός τόπος, από αυτό που προσδιορίζει, εν προκειμένω την Κόρινθο (επειδή αυτή είναι θηλυκό τοπωνύμιο). Παίρνει γένος και από την λέξη Κόρινθος, που αρχαιότατα ήταν γένους αρσενικού (ο Κόρινθος).
[2] Γάλλος ευγενής από την επαρχία Φρανς-Κοντέ στην Βουργουνδία. Γενάρχης του Οίκου ντε Λα Ρος. Συμμετείχε στην Δ΄ Σταυροφορία (1204). Έγινε ο πρώτος άρχοντας του Φραγκικού Δουκάτου των Αθηνών, με τον τίτλο του “Μέγα Κύρη των Αθηνών”.
[3] Ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος ή Γοδοφρείδος Βιλλαρδουίνος (Geoffroi de Villehardouin, 1150 – 1213) είχε καταγωγή από τον Οίκο των Βιλλεαρδουίνων. Ήταν στρατάρχης (mareshal) της Καμπανίας Γαλλίας, ιππότης και ιστορικός. Συμμετείχε και περιέγραψε την Δ΄ Σταυροφορία στο βιβλίο του “Χρονικό της κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης” / “De la Conquête de Constantinople”, έκδ. Natalis De Wailly (Παρίσι 1872). Εγεννήθη στο κάστρο του Βιλαρντουέν, 30 χλμ. περίπου Α. της Τροίας / νυν Τρουά Γαλλίας.
[4] Ο Λέων Σγουρός (; – 1208) ήταν άρχοντας του Ναυπλίου και ήλεγχε de facto ανεξάρτητες τις περιοχές της Ναυπλίας, το Άργος, την Κόρινθο, την Αττική και την Βοιωτία. Επαναστάτησε το 1201 εναντίον του αυτοκράτορος Αλέξιου Γ’ και αυτονακηρύχθηκε άρχων. Αλλά αντέδρασε ο ορθόδοξος κλήρος και ο Λέων έλαβε δραστικά μέτρα και φυλάκισε τον αρχιεπίσκοπο Ναυπλίας. Από τον Ακροκόρινθο γκρέμισε τον αρχιεπίσκοπο Κορίνθου, αφού προηγουμένως τον τύφλωσε. Όταν οι Φράγκοι έκαναν την Δ’ Σταυροφορία και κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, ο Αλέξιος Γ’ ζήτησε καταφύγιο στην Λάρισα και έδωσε στον Σγουρό την κόρη του Ευδοκία, ως σύζυγο και τον τίτλο του Δεσπότη. Αυτή η «Αλέξαινα», έκτισε με δικά της χρήματα πολεμίστρες («κομβίες»< γαλλ. κομπά = μάχη), οι οποίες αποδείχθκαν πολύ ισχυρές, και έμενε έτσι η παροιμιώδηςφράση τα… “Κουμπιά της Αλέξαινας” – . Όταν οι Φράγκοι κατέλαβαν την Βοιωτία και την Αττική και μετά την νικηφόρο μάχη στα Κούντουρα (1205), κατευθύνθηκαν προς το Ναύπλιο και τον Ακροκόρινθο. Ο Σγουρός παρέμεινε πολιορκημένος για πολλά χρόνια. Έκανε εξόδους ανά τακτά χρονικά διαστήματα και προκαλούσε μεγάλες ζημιές στους Φράγκους. Αλλά κάποια μέρα του 1208, απελπισμένος από την κατάληψη της υπόλοιπης Πελοποννήσου από τους Φράγκους, αυτοκτόνησε πέφτοντας έφιππος από τις επάλξεις του Ακροκορίνθου… Έναν χρόνο αργότερα, το 1209, ο Ακροκόρινθος παραδόθηκε στους Φράγκους. – ΠΗΓΗ: Κ. Σαρδελλής «Λέων Σγουρός. Μια μεγάλη φυσιογνωμία του Μεσαιωνικού Ελληνισμού», περ. Ιστορία Εικονογραφημένη, τ. 73 (Ιούλιος 1974).
Ακροκόρινθος, το αρχαιότερο και μεγαλύτερο κάστρο της Πελοποννήσου
Του Γιώργου Λεκάκη
Η Κόρινθος επιδικάσθηκε στον Ποσειδώνα, ο Ακροκόρινθος στον Απόλλωνα. Γι’ αυτό και οι Κορίνθιοι έφτιαξαν λαμπρό ναό του. Όλο το κάστρο αφιερώθηκε
- στον Ήλιο (διότι εδώ πάνω έλεγαν πως λιαζόταν ο θεός και χρυσίζουν οι ακτίνες του)
και
- στην Βουναία Ήρα (για την διαύγεια της περιβάλλουσας ατμόσφαιράς του). Και πράγματι, είναι μεγαλοπρεπής η θέα από εδώ πάνω: Βλέπει κανείς τα όρη της Στερεάς, της Πελοποννήσου, αλλά και τα μνημεία της Ακροπόλεως των Αθηνών!
Ο Ακροκόρινθος κείται 4 χλμ. Ν. της σημερινής πόλεως, στα ΝΔ. της αρχαίας Κορίνθου, της οποίας άλλωστε αποτελούσε και την ακρόπολι. Ζώνεται με πλήθος μύθων και θρύλων. Έτσι, η Ιστορία του Ακροκορίνθου είναι στενώτατα συνδεδεμένη με αυτήν της Κορίνθου, αφού υπήρξε ακρόπολή της.
Ένας και μόνον δρομίσκος ανεβάζει έως εδώ πάνω… Είναι δηλ. μονεμβασια…
- Θέα: Ισθμός, Κιάτο, Σαρωνικός, καστελλο Πεντεσκούφι, Λουτρακι, φαρος Ηραιου, λιμνη Ηραιου (Βουλιαγμένης), νησιά στον κόλπο των Αλκυονίδων.
Πρόκειται για το αρχαιότερο και μεγαλύτερο κάστρο της Πελοποννήσου (έκτ. 250 στρ. εξωτερική περιμετρος 2,6 χλμ. και συνολικό μήκος τειχών άνω κατά πολύ τα 3 χλμ.!) – και το μεγαλύτερο κάστρο στην Ελλάδα μετά τα Κάστρα Θεσσαλονίκης! Ευρίσκεται σε υψόμετρο 575 μ. Ήταν η σκοπιά και το προπύργιον όλης της Πελοποννήσου, για όσους επιδρομείς κατέρχονταν από την Στερεά Ελλάδα.
Ο Ακροκόρινθος διασώζει στοιχεία απ’ όλες τις περιόδους της Ιστορίας του: Κυκλώπεια τείχη[2], πύργους, θολωτές πύλες, υπόγειες διόδους, δεξαμενές, φρέατα… Για όλα τούτα εργάσθηκαν πολλές γενεές, για να επιτύχουν αυτό το παράδοξο της φύσεως: Να κάμουν κατοικήσιμο έναν τέτοιο βράχο! Διότι, ο βράχος του Ακροκορίνθου παρουσιάζει περίεργα υδροστατικά φαινόμενα.
Η είσοδος του κάστρου στα «προϊστορικά» χρόνια, δεν ήταν προς δυσμάς, όπως έγινε αργότερα, αλλά βορειοδυτικά.
Οι Κορίνθιοι έφτιαξαν εντός του φρουρίου, μεγάλο ναό της θεάς Αφροδίτης (στο υψηλότερο σημείο, ίσως ίδρυμα της Μήδειας). Οι ιέρειες που λειτουργούσαν σε αυτόν, ελέγοντο ιερόδουλες[1]. Σε καμμιά άλλη περιοχή της αρχαίας Ελλάδος δεν ευρίσκουμε αυτόν τον θεσμό, ο οποίος απ’ εδώ διεδόθη και κακώς ξέπεσε να σημαίνει πόρνη. Η Κόρινθος, πόλις των καλλιτεχνών[3], αλλά και της χλιδής και των διασκεδάσεων, είχε περισσότερες από χίλιες ιερόδουλες στον συγκεκριμένο ναό! Γι’ αυτό έλεγαν, πως συνέρρεαν στην Κόρινθο, οι πολυτάλαντοι και οι εταίρες!
Υπήρχαν ναοί: της Δήμητρος και της Κόρης. Επίσης και πολλοί βωμοί:
- του Ηλίου,
- της Ανάγκης,
- της Βίας,
- της Μητέρας των Θεών,
- των Μοιρών, κ.ά.
Ο τύραννος Περίανδρος, που ανετράφη εν μέσω σοφών και καλλιτεχνών στην φιλόμουσο αυλή του πατρός του, και έγινε ένας των 7 σοφών της αρχαίας Ελλάδος, ζούσε εδώ πάνω, περιστοιχιζόμενος από λογάδες και δορυφόρους, για να είναι καταφανής η διαφορά, η εξουσία και η υπεροχή του.
Στην πορεία της Ιστορίας της Κορίνθου, όποιος κατείχε τα κλειδιά του κάστρου του Ακροκορίνθου, κατείχε στην ουσία την Κόρινθο!
Με την διάνοιξη των εμπορικών σχέσεων Κορίνθου-Αιγύπτου-Μέσης Ανατολής, στο φρούριο ιδρύθηκαν και τεμένη αιγυπτιακών-μεσανατολικών θεοτήτων, όπως της Αστάρτης, δύο της Ίσιδος (της Πελαγίας και της Αιγυπτίας), του Σαράπιδος (του εν Κανόβω), κ.ά. Σε όλους τους παραπάνω ναούς του Ακροκορίνθου, δεν ήταν όσιο να εισέρχεται ο καθένας.
Στα χριστιανικά χρόνια, εδώ πάνω κτίσθηκαν πολλοί χριστιανικοί ναΐσκοι. Η βυζαντινή Κορινθος, ήταν πρωτεύουσα του Θέματος Ελλάδος (687 – 694 μ.Χ.) και του Θέματος Πελοποννήσου (786 – 788). Τότε η πόλη αναφέρεται ως Εμπόριον ή Χώρα και ο Ακροκόρινθος, απλώς ως Κάστρον.
Το 1146 οι άγριοι Νορμανδοί, ορμώμενοι εκ Σικελίας, με τον Ρογήρο Β΄, αφού πήραν την Κρίση και τις Θήβαις, κατέλαβαν τον δυσπόρθητο Ακροκόρινθο, κυρίως εξ ανανδρίας του αρχηγού της φρουράς του, Νικηφόρου Χαλούφη.
Επί φραγκοκρατίας η Κόρινθος ανήκε στο Ναύπλιο. Τον 13ο αι. οι Φράγκοι πολιόρκησαν στον βράχο τον ισχυρό αυθέντη (> αφέντη) του Ναυπλίου, Λέοντα Σγουρό, ο οποίος αμύνθηκε σθεναρά εδώ, έπειτα από την οπισθοχώρησή του από τις Θερμοπύλες. Απέναντί του δυο από τους ισχυρότερους στρατηγούς του βασιλιά Θεσσαλονίκης, Βονιφατίου: Ο Φλαμανδός Ιάκωβος d’ Avesnes[4], και ο δουξ[5] των Αθηνών, Όθων δε λα Ρος, οι οποίοι δεν κατόρθωσαν τίποτε!
Οι Φράγκοι Σταυροφόροι μέσα σε λίγους μήνες το 1204 κατασκευασαν, ένα πρόχειρο κάστρο, σήμερα γνωστό ως Πεντεσκούφι, για να καταλάβουν τον επιβλητικό Ακροκορίνθο. Κάτι που έγινε το… 1209 δηλ. μετά από 5χρονη πολιορκία. Σήμερα αυτό είναι εύκολα προσβάσιμο, μετά από 20λεπτη ανάβαση, από άνετο μονοπάτι, που ξεκινά από την τελευταία στροφή πριν τον Ακροκορίνθο…
Αλλά παρά την αντίσταση της φρουράς του κάστρου (κ.ά. φρουρίων του Μωρέως), οι Φράγκοι κατέλαβαν την Πελοπόννησο! Τότε ο Λέων Σγουρός βρέθηκε σε απόγνωση! Στοίχειωσε εδώ, λένε, γιατί πήδησε με το άλογό του από την τοποθεσία Βράχος και αυτοκτόνησε (το 1208). Όμως, Κόρινθος, Άργος και Ναύπλιο θεωρήθηκαν από τους Φράγκους «ζημιώδεις κληρονομιές»[6] και περιήλθαν στον δεσπότη Ηπείρου, Μιχαήλ, εν ονόματι του οποίου κατείχε τον Ακροκόρινθο ο αδελφός του, Θεόδωρος. Αυτός δέχθηκε την επίθεση του Βιλλεαρδουίνου (τον οποίο βοήθησε ο δε λα Ρος) και αναγκάσθηκε να συνθηκολογήσει, μετά από κρατερή άμυνα, γιατί ξέμεινε από τρόφιμα… Έκτοτε οι Φράγκοι κατείχαν αυτό το φρούριο, έως το 1458.
Το 1458 εξεστράτευσε κατά της Πελοποννήσου ο Μωάμεθ, διότι οι δυο δεσπότες της, Δημήτριος και Θωμάς Παλαιολόγος, καθυστερούσαν να του πληρώσουν τους συμπεφωνηθέντες φόρους. Ο Μωάμεθ ξεσήκωσε και τους Αλβανούς της Πελοποννήσου. Και ναι μεν κατέλαβε εύκολα την Κόρινθο, τον Ακροκόρινθο δυσκολέυθηκε πολύ. Αμύνονταν σε αυτόν ο Λουκάνης και αργότερα ο Ματθαίος Παλαιολόγος Ασάνης[7]. Η πολιορκία τραβούσε εις μάκρος, και ο Μωάμεθ έθεσε πολιορκητή τον αρνησίθρησκο Έλληνα Μαχμούτ-πασά. Το κάστρο έπεσε από έλλειψη τροφίμων και πάλι, για δεύτερη φορά… Ο Ασάνης αναγκάσθηκε να συνθηκολογήσει, στις 6 Αυγούστου 1458. Έτσι ο Ακροκόρινθος, απόρθητος ουσιαστικά, πέρασε στους Οθωμανούς, οι οποίοι τον έλεγαν «το κάστρο του άστρου».
Κάποια μεσοδιαστήματα το κάστρο κατείχαν και οι Ενετοί. Σώζονται κανόνια[8] των Ενετών του Φρ. Μοροζίνι, που αναγράφουν ως έτος κατασκευής τους, το 1680.
Στις 14 Ιανουαρίου 1822 ο Ακροκόρινθος παρεδόθη υπό των οθωμανών στους επαναστατημένους Έλληνες.[9] Στις επάλξεις του κυμάτιζε τώρα η ελληνική σημαία, όπως αυτή είχε ορισθεί από την Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου: Η δίχρωμη κυανόλευκη. Μόλις έγινε αυτό, η Κόρινθος ορίσθηκε προσωρινή έδρα της ελληνικής κυβερνήσεως, ήτοι πρώτη πρωτεύουσα της ελευθέρας Ελλάδος…[10]
Η Κόρινθος ανακαταλήθηκε από τον Δράμαλη. Προ της νέας παραδόσεως του κάστρου, από τον δειλό φρούραρχό της, Ιάκωβο (Αχιλλέα) Θεοδωρίδη, φονεύθηκε εδώ πάνω ο πλουσιώτατος Τούρκος της Κορίνθου Κιαμήλ-μπέης, ο οποίος θρυλείται ότι είχε αμύθητη περιουσία.
Ο Ακροκόρινθος κατεστράφη και από τους βαρβάρους επίδοξους κατακτητές του, αλλά και από τους πολλούς σεισμούς που έπληξαν την περιοχή της Κορίνθου. Τα ερείπια που σώζονται τώρα είναι της μεσαιωνικής φάσεως της ιστορίας της ακροπόλεως. Τότε, μια βαθύτατη τάφρος εμπόδιζε τους κατακτητές να προσεγγίσουν το κάστρο. Υπήρχε κινητή γέφυρα[11] που βοηθούσε στην άμυνα του φρουρίου. Στα σημερινά ερείπια μπορεί κανείς να διακρίνει και κάποιες προσθήκες επί της οθωμανικής της κατοχής. Οι μουσουλμάνοι ίδρυσαν εδώ μέσα και τεμενη. Όλο το φρούριο βεβαίως εκτίσθη επί του αρχαίου ελληνικού, από το οποίο εχρησιμοποίησε πολύ δομικό υλικό.
Η κρήνη Άνω Πειρήνη
Εντός του κάστρου και κάτω από τον ΙΝ Προφήτ’ Ηλία υπάρχει μια αρχαία υπόγεια δεξαμενή[12], η οποία έχει πάντα νερό, και μάλιστα στην ίδια στάθμη, σαν να είναι φυσικό αρτεσιανό φρέαρ! Ποτέ δεν αυξάνεται, ούτε ελαττώνεται! Ένα από τα πιο περίεργα υδροστατικά φαινόμενα στον Ακροκόρινθο. Γι’ αυτό οι εντόπιοι την λένε Δρακονέρα[13] / Δραγονέρα. Η δεξαμενή είναι κτισμένη με το πολυγωνικό σύστημα. Άνωθεν, στεγάζεται με κυλινδρικό θόλο. Έμπροσθεν κοσμείται με πρόσοψη, εκ τριών τετραγωνικών στύλων, με μικρό αέτωμα και επιγραφή! Το νερό της, βάθους 4 μ., είναι τόσο διαυγές, που δεν διακρίνεται! Και ενώ όλα τα άλλα στον Ακροκόρινθο έχουν καταπέσει σε ερείπια, οι δεξαμενές του διατηρούνται, καίτοι άχρηστες πια…
Εδώ βρισκόταν, λοιπόν, η διάσημη πηγή Άνω Πειρήνη (παραπάνω φωτ.), «κρήνη με άφθονο πόσιμο νερό»[14]. Η Πειρήνη ήταν ωραιοτάτη νεαρά νύμφη, θυγατέρα του Ασωπού, που ηράσθη τον Ποσειδώνα, και έγινε μητέρα του Λέχητα[15] και του Κεγχρία[16], τον οποίο από λάθος σκότωσε η Άρτεμις με τα βέλη της, κάποτε που θήρευε στην Κορινθία. Έτσι η μάννα θρηνούσε με ατέλειωτα δάκρυα τον χαμό του υιού της, μέχρι που μεταμορφώθηκε, με θεϊκή παρέμβαση, σε πηγή. Γύρω απ’ αυτήν την αστείρευτη πηγή, συμπτύχθηκε οικισμός, που αργότερα εξελίχθηκε στην μεγάλη και ένδοξη ακρόπολη Εφύρη / Εφύρα (= αυτή που εφορά) του Κορίνθου (Ακροκόρινθος) και όταν η πόλις εξαπλώθηκε και εκτός των τειχών του κάστρου, μια άλλη πηγή, προς το Λέχαιο, ονομάσθηκε κι αυτή, κατά την τοπική παράδοση, Κάτω Πειρήνη. Γύρω απ’ αυτήν την νέα κρήνη συμπτύχθηκε η πόλις Κόρινθος. Ο Ασωπός χάρισε την πηγή αυτήν στον ιδρυτή της Κορίνθου, Σίσυφο, για να του αποκαλύψει ποιος έκλεψε την θυγατέρα του, την Αίγινα – την οποία ως γνωστόν είχε απάγει ο Ζευς στο νησί, που αργότερα θα πάρει το όνομά της… Για την πληροφορία, “ανέβασε” μια από τις χιλιάδες πηγές του, στο κάστρο!
Μια τρίτη παράδοση αναφέρει πως η πηγή ανέβλυσε μετά από κτύπημα της οπλής του πτερωτού αλόγου Πηγάσου, όταν ο Βελλερεφόντης θέλησε να τον συλλάβει…
Η Κάτω Πειρήνη
Την Κάτω Πειρήνη (παραπάνω φωτ.) διακόσμησαν όλοι οι άρχοντες και τύραννοι της Κορίνθου, και την έκαμαν ένα των περικαλλέστερων μνημείων της Ελλάδος! Ανακαλύφθηκε το 1896, αριστερά των Προπυλαίων, από την Αμερικανική Αρχαιολογικη Σχολή.[17] Ήταν μια βαθειά μικρή δεξαμενή, λελαξευμένη επί βράχου, χωρισμένη σε 4 τμήματα. Έμπροσθεν υπήρχε πρόσοψις, με δυο κιονίσκους, μεταξύ των οποίων υπήρχαν κρουνοί και πύελοι προς ύδρευσιν. Η πρόσοψις γνώρισε διάφορες φάσεις ανακατασκευής στους αιώνες: Την ανακαίνισαν ο Περίανδρος, οι Μακεδόνες, οι Ρωμαίοι, οι Βυζαντινοί, με τις αρχιτεκτονικές ιδιαιτερότητές του καθ’ ενός να κυριαρχούν στις ανακατασκευές αυτές… Τον 2ο αι. ο πλούσιος Ηρώδης Αττικός αναμόρφωσε την κρήνη και τον περιβάλλοντα αυτής χώρο. Κατασκεύασε μεγάλη δεξαμενή, πολλούς κρουνούς, την περιέβαλλε με κυκλικό οικοδόμημα, την έκαμε σαν Νυμφαίο ιερό, εξέδρες με 9 κόγχες όπου ήταν τοποθετημένα τα αγάλματα των 9 Μουσών[18], κλπ. Έως τις αρχές του 20ού αι. η Παλαιά Κόρινθος υδρευόταν απ’ αυτήν την κρήνη!
ΠΗΓΗ: Γ. Λεκακης “Συγχρονης Ελλαδος περιηγησις”.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
- Δ. Αθανασούλης «Το Κάστρο Ακροκορίνθου και η ανάδειξή του», ΥΠΠΟΑ, 2006-2009.
- Τ. Νατσούλης «Λέξεις και φράσεις Παροιμιώδεις», 1972.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] ἱερόδουλος (ὁ, ἡ) = δοῦλος ναοῦ, νεωκόροι καὶ ἱερόδουλοι Κορίνθῳ – Στα ρωμαϊκά χρόνια “τό τε τῆς Ἀφροδίτης ἱερὸν οὕτω πλούσιον ὑπῆρξεν ὥστε πλείους ἢ χιλίας ἱεροδούλους ἐκέκτητο ἑταίρας, ἃς ἀνετίθεσαν τῆι θεῶι καὶ ἄνδρες καὶ γυναῖκες. καὶ διὰ ταύτας οὖν πολυωχλεῖτο ἡ πόλις καὶ ἐπλουτίζετο” > ἱεροδουλεία (ὀρθὸν ἱεροδουλία), ἡ, ἑταιρεία τῶν ἱεροδούλων. – ΠΗΓΗ: Στράβ. 378, 272, 8.6.20, 6.2.6, 11.4.7. Πινδ. Ἀποσπ. 87. Συλλ. Ἐπιγρ. 2327, 5082, 6000. Φίλων 2.420. Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 152. Κουρτ. Ἀνέκδ. Δελφ. σ. 16. P Cair. Zen. 451 (3ος αι. πΧ), PHib.1.35.3 (3ος αι.πΧ), UPZ34.13 (2ος αι.πΧ), PTeb.6.25 (2ος αι.πΧ), SIG996.29 (Μυούντος Καρίας, Smyus.p. OGI383.174 (επιγραφή στο το Nemrud Dagh, 1ος αι.πΧ), Nethinim, LXX 1 Es.1.2, αλ.
[2] Ανακαλύφθηκαν το 1890.
[3] Έδωσε έναν δικό της αρχιτεκτονικό ρυθμό, τον κορινθιακό, και έναν χαρακτηριστικό τύπο κιονόκρανου, το επίσης λεγόμενο «κορινθιακό»!
[4] Τραυματίσθηκε κατά την νυκτερινή έξοδο των πολιορκημένων Ακροκορινθίων.
[5] δούξ = κύριος.
[6] damnosa hereditas.
[7] γαμβρός του Δημ. Παλαιολόγου.
[8] Παρόμοια με αυτά της Ακροναυπλίας.
[9] Προηγουμένως, και μετά την κήρυξη της επαναστάσεως, οι Τούρκοι είχαν προβεί σε άγριες σφαγές, σε Μεθώνη, Ναύπλιο και Κόρινθο.
[10] Εδώ εκόπησαν και τα πρώτα μετάλλια της Ελλάδος, τα οποία είχαν στην μια όψη παράσταση της θεάς Αθηνάς και την φράση «Η Ελλάς ευγνωμονούσα», και στην άλλη όψη έγραφαν «Εθνική συνέλευσις» και το έτος «αωκβ΄» (1822).
[11] Αργότερα έγινε μόνιμη και ξύλινη, που ήταν εν λειτουργία έως και τις αρχές του 20ού αι.
[12] Είναι δυνατή η κατάβαση σε αυτήν από στόμιο φρέατος, δια λίθινης κλίμακος!
[13] Ο λαός μας συνηθίζει να ονοματίζει έτσι παρόμοιες πηγές ύδατος, σε όλη την χώρα.
[14] βλ. σχ. Στράβωνα.
[15] Αυτός ονομάτισε το πρώτο λιμάνι της Κορίνθου, το Λέχαιον, προς τον Κορινθιακό.
[16] Αυτός ονομάτισε το δεύτερο λιμάνι της Κορίνθου, τις Κεγχρεαίς, προς τον Σαρωνικό.
[17] Βρέθηκαν και δυο επιγραφές που το επιβεβαιώνουν.
Οι ανασκαφές της Πειρήνης στοίχισαν την ζωή σε έναν λαμπρό επιστήμονα, τον Αμερικανό αρχαιολόγο και δ/ντή τότε της Αμερ. Αρχ. Σχολής, Χήρμανς, ο οποίος προσεβλήθη από μολυσματικό πυρετό, και πέθανε από τις δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις που αναδύθηκαν από την για τόσους αιώνες σφραγισμένης δεξαμενής, που είχε καταστεί βόρβορος!
[18] Τα αγάλματα των Μουσών εκλάπησαν και δεν ευρέθησαν ποτέ. Αν και αρχικώς οι Κορίνθιοι επίστευαν σε τρεις επιχώριες Μούσες: Την Αχελωίδα, την Κηφισίδα και την Βορυσθενίδα.
