Της Έλενας Κουντούρη, αρχαιολόγου
Τα εκθέματα του Μουσείου είναι πολύ σημαντικά και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, γλυπτά από την Λιβαδειά και την Χαιρώνεια (Κυβέλη, Δήμητρα, πορτραίτο αυτοκράτορα Αδριανού, από την Αθηνά Κραναία[1], λίθινη σφαίρα με ανάγλυφες μορφές Ηλίου και Σελήνης), κεραμική από προϊστορικές και ιστορικές θέσεις στην περιοχή της Χαιρώνειας, την Ελάτεια, τον Ορχομενό, τον Έξαρχο και τους Αγίους Θεοδώρους της Αντίκιρρας, τεμάχια τοιχογραφιών μυκηναϊκών χρόνων από τον Ορχομενό, νομίσματα και όπλα από τον τύμβο των Μακεδόνων και το πολυάνδριο των Θηβαίων στη Χαιρώνεια.
- ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ για την ΧΑΙΡΩΝΕΙΑ, ΕΔΩ.
Τα τελευταία χρόνια οι συλλογές του Μουσείου έχουν εμπλουτιστεί με τα ευρήματα των ανασκαφών της Εφορείας στον Ορχομενό, την Λειβαδιά, το Βοιωτικό Κηφισό (εκτεταμένο νεκροταφείο αρχαϊκών χρόνων) και την Χαιρώνεια (ρωμαϊκές αγροικίες, τάφοι των κλασσικών και ελληνιστικών χρόνων).
Τμήμα σώματος από μαρμάρινο αγαλμάτιο (ύψος 20 εκατ.) Ερμαφρόδιτου. Σώζεται ο κορμός από το λαιμό έως το ανώτερο τμήμα των μηρών. Ο μηρός έχει σιγμοειδή στάση καθώς ο νέος ρίχνει το βάρος στο δεξί του πόδι, σηκώνει ψηλά το δεξί του χέρι, που σώζεται μόνο ως και τον ώμο, και ακουμπάει το αριστερό του χέρι, λυγισμένο στον αγκώνα, σε έναν πεσσό με ανάγλυφο επίκρανο. Το αριστερό χέρι σώζεται έως και λίγο κάτω από τον αγκώνα. Φέρει ιμάτιο που στερεώνεται στον πεσσό κάτω από το χέρι της μορφής και πέφτει με κατακόρυφες πτυχώσεις αγκαλιάζοντας το σώμα διαγώνια γύρω από τους γλουτούς και τους μηρούς, αφήνοντας ακάλυπτη τη βουβωνική χώρα. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με την απόδοση γυναικείου στήθους, οδηγεί στην ταύτιση της μορφής ως Ερμαφρόδιτου. Σώζεται σιδερένιος σύνδεσμος στο λαιμό, όπου θα στηριζόταν η κεφαλή, καθώς και ελλειψοειδείς εγκοπές στα χέρια για την ένθεση των χεριών. Έργο περίπου του 31 π.Χ. Ευρέθη στην Χαιρώνεια.
Στον περίβολο του Μουσείου υπάρχει συσσωρευμένο πλήθος επιγραφών και επιτυμβίων στηλών, αρχιτεκτονικά μέλη από μεγάλα ναϊκά οικοδομήματα και βάθρα από την Χαιρώνεια, την Λιβαδειά, την Ελάτεια, την Κορώνεια, την Δαύλεια, τον Άγιο Βλάσιο και το Δίστομο.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ επίσης: Γ. Λεκάκης “Οι 88 αρχαίες πόλεις της Βοιωτίας”.
Αξιομνημόνευτο είναι ακόμη ψηφιδωτό δάπεδο του 3ου αι. μ.Χ. με πλούσια γεωμετρική διακόσμηση σε ζώνες (ταινίες, ρόμβους, τεμνόμενους κύκλους, σπείρες, μαιάνδρους) και τις προσωποποιήσεις των τεσσάρων Εποχών του έτους. Το ψηφιδωτό, που βρέθηκε στην Χαιρώνεια το 1993, προς το παρόν στεγάζεται στην προκατασκευασμένη αποθήκη.
Πρόθεση της Εφορείας στο πλαίσιο της επανέκθεσης είναι η τοποθέτησή του στον αύλειο χώρο του Μουσείου. Για το σκοπό αυτό ο Δήμος Χαιρώνειας προσφέρθηκε να χρηματοδοτήσει την εκπόνηση μελέτης για την κατασκευή στεγάστρου.
Ακόμη στον αύλειο χώρο υπάρχει σημαντικό ταφικό μνημείο του 2ου αι μ.Χ. (υπέργειος τάφος-οίκος με λάρνακες και δάπεδο από ψηφιδωτό), το οποίο αποκαλύφθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, κατά τις ανασκαφές του νεκροταφείου στο οποίο ανήκει και ο περίφημος Λέων [38.49498092479115, 22.84824669125115] ενώ ερευνήθηκε εκ νέου το 1990.
- ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ: Το αρχαίο θέατρο Χαιρωνείας ευρίσκεται εδώ: 38.494337199849795, 22.841880021025524.
Το Αρχαιολογικό Μουσείο Χαιρώνειας [σ.σ.: στον 38ο παράλληλο (38.494840273907535, 22.84763782982552)] δεύτερο σε σπουδαιότητα Μουσείο της Βοιωτίας, άρχισε να κατασκευάζεται με δαπάνες της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας το 1903 και ολοκληρώθηκε το 1907. Βρίσκεται στην ανατολική είσοδο της πόλης της Χαιρώνειας και γειτνιάζει με το μνημείο του Λέοντος, ταφικό μνημείο που στήθηκε από τους Θηβαίους πάνω στον ομαδικό τάφο των ιερολοχιτών τους, που έπεσαν στην ομώνυμη μάχη το 338 π.Χ.
Πρόκειται για μονώροφο κεραμοσκεπές κτηριο, ορθογωνικής κάτοψης εμβαδού 242 τ.μ., που αποτελείται από δύο μεγάλους εκθεσιακούς χώρους με προθάλαμο και εκθεσιακούς χώρους καθώς και δευτερεύοντες αποθηκευτικούς χώρους, εμβαδού 116 τ.μ. Ο περιβάλλων χώρος είναι συνολικής έκτασης 4.985,07 τ.μ.
Μετά τους σεισμούς του 1981 το κτίριο υπέστη σοβαρές ζημιές στη στέγη και τους εξωτερικούς τοίχους, κατάσταση που επιδεινώθηκε από κακές καιρικές συνθήκες κατά τη δεκαετία του 1980. Τελικά το Μουσείο έκλεισε οριστικά για το κοινό κατά το 1995.
ΠΗΓΗ: Εφορεία Αρχαιοτήτων Βοιωτίας, ΥΠΠΟΑ, ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 7.11.2019.
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ Γ. Λεκάκη:
[1] Ο Ναός της Αθηνάς Κραναίας (παραπάνω φωτ.) ευρίσκεται στο Καλλιδρόμον όρος Λοκρίδος, στον 38ο παράλληλο [38.65788801358747, 22.811025249853245] – απαιτείται πεζοπορία 500 μ. από τον δρομο Ελάτειας – Ζελίου (5,5, χλμ. από την Ελάτεια). Είναι πολύ-πολύ αρχαίος, αφού κτίσθηκε αμέσως μετά από τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνος! Ερείπιά του, που σώζονται μέχρι σήμερα δείχνουν ότι ήταν Είναι δωρικού ρυθμού. Στον ναό υπηρετούσαν μόνον νεαρά αγόρια μέχρι την εφηβεία τους. Υπήρχαν στοές και κατοικίες των ιερέων και υπηρετών της θεάς. Οι αρχαίοι κάτοικοι της περιοχής είχαν κόψει και νόμισμα με την Κραναία, δηλ. την Αθηνά με κράνος (βλ. και Νομισματικό Μουσείο Αθηνών). Στο σημαντικό αυτό ιερόν, ελειτουργούσε, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, το αρχείο του Κοινού των Φωκαέων.
Κατά την ΕΦΑ: “ο χώρος ήταν σε χρήση πριν από την Υστεροελλαδική ΙΙ (ΥΕΙΙ) περίοδο και συνέχισε να χρησιμοποιείται μέχρι και την περίοδο της Βενετοκρατίας. Ανασκαφικά γνωρίζουμε μόνο την ύπαρξη ενός ναού και ενός ναΐσκου της αρχαϊκής περιόδου, καθώς και του κλασσικού ναού της Αθηνάς. Από επιγραφικά στοιχεία γνωρίζουμε την επισκευή, κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, μιας στοάς αφιερωμένης στον Ποσειδώνα. Επίσης από τις περιγραφές του Παυσανία, ο οποίος ανέβηκε στο ιερό λίγο μετά το 170 μ.Χ., γνωρίζουμε την ύπαρξη κτηρίων για το ιερατείο και τους επισκέπτες. Ο κλασσικός ναός της Αθηνάς Κραναίας οικοδομήθηκε κατά το β΄ μισό του 5ου π.Χ. και υπέστη αρκετές αλλαγές στον πήλινο διάκοσμό του κατά τη διάρκεια της ιστορίας του. Το άγαλμα της θεάς είχε φιλοτεχνηθεί από τους Αθηναίους γλύπτες Τιμοκλή και Τιμαρχίδη, γιούς του Πολυκλή. Η θεά παριστανόταν ως πρόμαχος και η ασπίδα της ήταν απομίμηση της ασπίδας του αγάλματος της Αθηνάς Παρθένου στην Αθήνα. Το ιερό ανέσκαψε πρώτος ο Γάλλος αρχαιολόγος P. Paris τα έτη 1883 -1884. Η ανασκαφική έρευνα αποκάλυψε έναν δωρικό πρόστυλο ναό (6 Χ 13) με ύψος κιόνων 4,40 μ. και προσανατολισμό Βορρά-Νότο. Εκτός του τεμένους αποκαλύφθηκαν το εσωτερικό αναλημματικό τείχος του πλατώματος του ναού και μια στοά. Οι μετεγενέστερες ανασκαφές της ΙΔ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων αποκάλυψαν την κύρια είσοδο του ιερού στο νοτιοδυτικό άκρο του περιβόλου, η οποία πλαισιώνεται από δύο πύργους. Ταυτίστηκε επίσης ανασκαφικά το στρώμα καταστροφής του αρχαϊκού ναού της Αθηνάς Κραναίας και ενός ναΐσκου (στο λεγόμενο “περσικό στρώμα καταστροφής”)”. – ΠΗΓΗ: ΥΠΠΟΑ, Έ. Καράντζαλη, αρχαιολόγος. Γ. Λεκακης “Συγχρονης Ελλαδος περιησησις”.
Η Κραναία Αθηνά, ήταν μνήμη των Κραναών ή Κραναίων κατοίκων της Αττικής (κραναός = πετρώδης τόπος > κρανίου τόπος), της Πελασγικής πρωτοελληνική φυλής που έκτιζε κλμακωτούς βωμούς, με γνωστή λατρεία στον Ύψιστο Δία.

