Του Γιώργου Λεκάκη
Κάποτε, λέγει ο λαός μας, ήταν μια χήρα, που είχε 9 αρσενικά παιδιά και ένα μόνο θηλυκό, την Αρετή.
- ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ για τον ΚΟΣΜΟ του 9, ΕΔΩ.
Το μικρότερο εξ αυτών, ο Κωνσταντής, ήταν πραματευτής και πήγαινε σε πολύ μακρυνά μέρη να πουλήσει την πραμάτεια του. Εκεί, σε μέρη ζηλευτά και πιο πλούσια απ’ τα δικά του, θέλησε να δώσει νύφη την αδελφή του, για να έχει κι αυτός αποκούμπι στα ξένα που γυρίζει. Η μάννα δεν έστερξε αυτόν τον γάμο, αλλά το στερνοπούλι της υποσχέθηκε πως όποτε την θέλει «σε πίκρα ή χαρά» θα πηγαίνει να την φέρνει.
Έτσι κι έγινε. Πέρασε πολύς καιρός. Η μάννα έχασε τα παιδιά της. Ως και τα 18 ξαδέλφια (2 Χ 9 = 18) της Αρετής απέθαναν. Τότε η μάννα εβλαστήμαγε ολημερίς τον Κωνσταντή, που «εξόρισε την Αρετή στα ξένα». Ο νεκρός «από το μυριανάθεμα και την βαρειά κατάρα» δεν άντεξε, σηκώθηκε από τον τάφο του (κοινώς έγινε βρικολακας), έκανε τ’ άστρι άλογο και πήγε και έφερε την αδελφή του απ’ τα ξένα, πιστός στον λόγο του.
Μόλις η Αρετή είδε την μάννα της, άρχισαν κι οι δυο να κλαίνε. Κλάψανε πολύ. Κι απ’ το πολύ «οχού!» που λέγανε, και την επιθυμία τους να περάσουν την στιγμή στην αθανασία, οι θεοί της έκαναν πουλιά, που ο λαός μας ονομάτισε χουχουβάγιες[1]. Γι’ αυτό και σε πολλά μέρη της πατρίδος μας τις χήρες τις λένε χουχουλούζες.
Και πράγματι, αυτό το νεοελληνικό όνομά της προκύπτει από το χαρακτηριστικό κλαψιάρικο κάλεσμά της. Γιατί, στην αρχαία Ελλάδα, είχε άλλο, ένδοξο όνομα. Ήταν η γλαυξ, το πουλί της σοφίας, συνοδός της θεάς Αθηνάς, αλλά και το πουλί του θανάτου – επειδή είναι μεγίστη σοφία να ξέρεις τα επέκεινα. Πίστευαν, πως όταν η θεά ήθελε να εμφανισθεί στους ανθρώπους, έπαιρνε μορφή γλαυκός. Κι οι αρχαίοι μας πρόγονοι, που όλα τα παρατηρούσαν, έλεγαν πως μια νίκη τους κατά των Περσών, επετεύχθη, αφού το σούρουπο ήλθε το σημάδι: Μια γλαυξ πέταξε πάνω από το ελληνικό στρατόπεδο! Στο μεγάλο χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Αθηνάς του Φειδία, απεικονίζετο και η γλαυξ, ενώ σε πολλά αγγεία, όπως είπαμε, απεικονίζεται να την συνοδεύει. Στα χρυσά και αργυρά νομίσματα των Αθηνών – ήδη από τον 7ο π.Χ. αι. – αποτυπωνόταν η γλαυξ, γι’ αυτό και τα νομίσματα αυτά ήσαν γνωστά ως «γλαύκες».
Πίσω, στον νεοελληνικό μύθο: Ο Κωνσταντής πήγε και ξαναχώθηκε στο μνήμα του. Κι ο κόσμος του έκαμε τραγούδι. Κι αυτό δεν είναι άλλο, από το απείρου κάλλους δημοτικό μας τραγούδι της Πίνδου, «Του νεκρού αδελφού».
ΠΗΓΗ: Γ. Λεκακης “ΗΠΕΙΡΟΣ, η γωνιά που πέτρωσε στο 5”, στο έργο “Η Ήπειρος της πεντατονίας”, εκδ. RiA Music/Multimedia Education Engineering (1998). Άρθρο του Γ. Λεκάκη με τίτλο “Κουκουβάγια – κουβαλάει σοφία, κλάμα και πόνο…”, στην στήλη του “Ελληνικο λεξικο”, στην εφημ. “Εθνος της Κυριακής”, 23.11.2003. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 24.11.2003.
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ:
[1] Για παρόμοιο λόγο και ο αείσκωψ καλείται χουχουριστής ή χουχουλόγιωργας / χουχουλογιώργης.





