ΛΕΞΙΚΟ ΑΓΝΑΝΤΩΝ ΑΡΤΗΣ
Λεξικόν Αγνάντων Άρτης Άγναντος (-η -ο) = αυτός που αγναντεύεται, φαίνεται από μακριά και απέναντι, ο περίοπτος. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ για τα ΑΓΝΑΝΤΑ, ΕΔΩ. αμέτ’-μουχαμέτ’ = σώνει και καλά. ανυχιάς, ανχιάς = σύμπτωμα κρυοπαγημάτων, πόνος στα κάτω από τα νύχια παγωμένα άκρα των δακτύλων. βλησίδι = θησαυρός, πλούτος, αφθονία. γοργοθαμμένος = ο θαμμένος που μόλις πέθανε […]
Διαβάστε περισσότερα
