Η «αγγλική λέξη» titt (= γυναικείο στήθος) είναι από την αρχαία ελληνική τίτθη (= θηλάστρια) – του Δημ. Συμεωνίδη
[…] ανθρωπος ζωο, γερμανικα titton δυτικοφριανικος Γερμανια διαλεκτος Ολλανδικη ζιτσε zitze Ολλανδα ρομανια αγενης 19ος αιωνας αναβιωση πτολεμαιος γραμματικος Περι διαφορας λεξεων κατα στοιχειον τιθηνος επιμελεια παιδι Απογαλακτισμος επικτητος μαμμη μαμη Πωλος ονομαστικον θηλαζεσθαι θηλαζουσα Ευπολις θηλαστρα Μαγιστρος ομηρος ανδρας τικτω αθανατος τεκετο Ζευς ανηρ αναξ ανασσα Τιθην πατερας μητερα μητηρ μεγα ετυμολογικο Θω κατασκευαζω […]
Διαβάστε περισσότερα
