Η «αγγλική» λέξη oil (έλαιο) είναι πανάρχαια ελληνική! – του Γ. Λεκάκη
[…] κικι / ρικι / ρικινος, καθαρτικο εκθλιψη καρπος φυτο κικινελαιο ρετσινολαδο, καστορελαιο Διοσκοριδης Γαληνος λευκον λευκο ραφανινον ραφανινο ραπανακι ροδοεν ροδινον ροδινο ευωδια ροδων ροδα χηνειον χηνειο χηνα σελαχι νεωτερον ονισκος μουρουνολαδο / μουρουνελαιο πασα ελαιωδης ουσια αθηναις, αγορα λαδαδικα τουλαιον αρχαιοι Μακεδονες υπολειμματα ελαιολαδου βαβρην βιβρωσκω ομηρος εκαταιος ικεσιος αθηναιος Μενανδρος Συλλογη μινωικη […]
Διαβάστε περισσότερα
