Από την αρχαία ελληνική λέξη κάρα (κεφάλι) > καρίς / κάμμαρος = γαρίδα, η λατινική cammarus = γαρίδα, αστακός, κλπ. – του Δ. Συμεωνίδη
[…] Νηρειαδιον, σωσανδρον, Κρονιον, ρωμαιοι βουκινος μινορ δελφινιο διαχυτο, διαχυση, παραλυση, υφαιμο, αρα, δελφινι, Νηρειο, Νηρειαδιο, σωσανδρο, Κρονιο, κρονος Αιολεις ερυθρες περισπουδαστος καραβος καραβι βρωσις, βρωση Θεσμοφοριαζουσαις Θεσμοφοριαζουσες Θεσμοφορια Θεσμοφοριο πλατεια αστακος, αστακοι αρχεστρατος παρεις ληρον ωνου χειρας καριδαριον καριδαριο ΣΟΥΙΔΑ λεξικον καρα φοιτωντα νομισμα της Ισλανδιας Ισλανδια καρίς καρίς κάμμαρος Κατηγορία:Πορτογαλική γλÏÂσσα %CE%93%CE%91%CE%A1%CE%99%CE%94%CE%91.jpeg - […]
Διαβάστε περισσότερα
