Του μουσικού Φώτιου Τούμπανου – ΣΧΟΛΙΑ: Γ. Λεκάκης
Στις κορυφές όπου οι Άνδεις – ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ για τις ΑΝΔΕΙΣ, ΕΔΩ – σχίζουν τον ουρανό σαν μαύρα δόντια ενός τιτάνιου προϊστορικού θηρίου και οι νεφέλες κυλούν σαν κουρελιασμένες μνήμες από εποχές που η γη ακόμη δεν είχε στερεωθεί, εκεί όπου:
- ο άνεμος δεν φυσά, αλλά μιλά,
- η πέτρα δεν στέκει, αλλά θυμάται,
- το φως δεν φωτίζει, αλλά κρίνει…
απλώνεται το Μάτσου Πίτσου, του Περου, όχι ως πόλη, όχι ως φρούριο, όχι ως καταφύγιο, αλλά ως μια ανοικτή πληγή του κόσμου, μια ρωγμή από όπου ανασαίνει η ίδια η γη, ένας σπόνδυλος ενός κοσμικού όντος που κοιμάται κάτω από το δέρμα του πλανήτη.
- ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ για το ΜΑΤΣΟΥ ΠΙΤΣΟΥ, ΕΔΩ.
- ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ περι ΠΕΡΟΥ, ΕΔΩ.
- ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ για τους ΙΝΚΑ, ΕΔΩ.
Πριν από τους Ίνκα, πριν από τους ανθρώπους, πριν από τις γλώσσες, πριν από τις ιστορίες, πριν ακόμη και από την μνήμη, το βουνό αυτό ήταν ήδη ιερό [σ.σ.: Άγιο Όρος, όπως ο Γιούκτας Κρήτης] ένας τόπος όπου οι πρώτες δονήσεις του κόσμου άφησαν χαρακιές πάνω στην ύλη, σαν να έσυραν οι πρωτογενείς θεοί τα νύχια τους πάνω στο δέρμα της γης. Οι αρχαιότεροι μύθοι, αυτοί που δεν γράφτηκαν ποτέ αλλά ψιθυρίστηκαν με καπνό, με αίμα, με στάχτη, με τελετουργίες που γίνονται μόνο όταν το φεγγάρι σβήνει, [σ.σ.: όταν το φεγγάρι είναι στην λίγωση, λένε στην Κρήτη] μιλούν για ένα πνεύμα χωρίς μορφή, μια φωνή που έμοιαζε με πέτρα που θρυμματίζεται και με νερό που ουρλιάζει, μια παρουσία που δεν έβλεπες, αλλά ένιωθες, σαν μια δόνηση που περνούσε από το έδαφος στα κόκκαλά σου και από τα κόκκαλά σου στην ψυχή σου. Και τότε, πριν από την άφιξη των Ίνκα, πριν από την άφιξη των ανθρώπων, εμφανίστηκαν οι πρώτοι γίγαντες, όντα που δεν γεννήθηκαν, αλλά εξορύχθηκαν από την ίδια την πέτρα [σ.σ.: όπως λ.χ. ο Μίθρας – ΔΙΑΒΑΣΤΕ Γ. Λεκάκης “Η διαχρονικη λατρεια του λιθου”], πλάσματα με σώματα σαν ορθόλιθοι και μάτια σαν μαύρες λίμνες χωρίς πυθμένα, φύλακες της πρώτης αρχιτεκτονικής του κόσμου.
Αυτοί οι γίγαντες:
- δεν μιλούσαν· έτριζαν.
- Δεν περπατούσαν· σειόταν η γη κάτω από το βάρος τους.
- Δεν έκτιζαν· αποκάλυπταν, με τα χέρια τους, που έμοιαζαν με εργαλεία [σ.σ.: Σαν τους Καβείρους της ελληνικής μυθολογίας), που δεν θα μπορούσε ποτέ να φτιάξει άνθρωπος, μετακινούσαν βράχους, που σήμερα ούτε τα μηχανήματα μπορούν να σηκώσουν, και τους τοποθετούσαν με ακρίβεια που μοιάζει αδύνατη, σαν να άκουγαν την ίδια την δόνηση της πέτρας και να καταλάβαιναν πού θέλει να σταθεί. Αυτοί οι γίγαντες δημιούργησαν τα πρώτα Κυκλώπεια τείχη των Άνδεων, όχι ως οχυρά αλλά ως μνημεία μνήμης, ως σημάδια ότι η γη είχε αρχίσει να θυμάται τον εαυτό της.
Και όταν οι πρώτοι άνθρωποι των Άνδεων έφτασαν, δεν τόλμησαν να αγγίξουν αυτά τα τείχη· τα λάτρεψαν. Τα ονόμασαν έργα θεών. Τα ονόμασαν σημάδια ουράνιας καταγωγής. Τα ονόμασαν φωνές της πέτρας. Και τότε, μέσα από τα σύννεφα, μέσα από μια σχισμή του ουρανού που άνοιξε σαν πληγή φωτός, κατέβηκαν οι λευκοί θεοί, όντα που:
- δεν περπατούσαν αλλά αιωρούνταν,
- δεν μιλούσαν αλλά μετέδιδαν [πληροφορίες],
- δεν δίδασκαν αλλά αποκάλυπταν.
Τα πρόσωπά τους ήταν λευκά σαν στάχτη, τα μάτια τους σκοτεινά σαν λίμνες χωρίς πυθμένα, τα χέρια τους λεπτά σαν εργαλεία που δεν φτιάχτηκαν από άνθρωπο. Στα στήθη τους έφεραν την Σπείρα, όχι ως διακόσμηση αλλά ως μνήμη της πρώτης περιστροφής του κόσμου, και στα χέρια τους κρατούσαν τον Μαίανδρο, όχι ως σχέδιο αλλά ως κώδικα της ενέργειας που διατρέχει την γη. [σ.σ.: Η χάραξη γεωμετρικών σχημάτων επί της ύλης, μεταβάλλει την ύλη].
- ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ για τους ΜΙΝΥΕΣ, ΕΔΩ.
Μαζί με αυτούς ήρθαν οι Μινύες, οι θαλασσοπόροι πριν από τους θαλασσοπόρους, οι άνθρωποι πριν από τους ανθρώπους, εκείνοι που ταξίδευαν όχι με πλοία αλλά με γνώση, όχι με χάρτες αλλά με μνήμη, όχι με πυξίδες αλλά με άστρα που δεν υπάρχουν πια στον ουρανό. Οι Μινύες δεν ήταν θεοί· ήταν οι τελευταίοι που θυμούνταν. Ήταν εκείνοι που είχαν δει την πρώτη πέτρα να μαλακώνει, που είχαν ακούσει τον πρώτο βράχο να μιλά, που είχαν μάθει την γλώσσα της ύλης όταν ακόμη η ύλη ήταν ζωντανή.
Όταν οι λευκοί θεοί από τα σύννεφα και οι Μινύες συναντήθηκαν, δεν συστήθηκαν· αναγνώρισαν ο ένας τον άλλον σαν δύο κομμάτια του ίδιου κόσμου που είχαν χωριστεί και τώρα ενώνονταν ξανά. Μαζί δίδαξαν στους ανθρώπους των Άνδεων την τέχνη της πέτρας, όχι ως τεχνική αλλά ως τελετουργία. Τους έδειξαν πώς να ακούν την δόνηση του βράχου, πώς να καταλαβαίνουν πού θέλει να σταθεί, πώς να τον μετακινούν όχι με δύναμη αλλά με ήχο [σ.σ.: όπως έκαναν οι Ζήθος και Αμφίων στην Θηβα Βοιωτίας], με φως, με σύμβολα. Τους έδειξαν πώς να χαράζουν τον Μαίανδρο πάνω στην πέτρα για να την κάνουν να υπακούει, πώς να χαράζουν την Σπείρα για να την κάνουν να θυμάται. [σ.σ.: Η χάραξη γεωμετρικών σχημάτων επί της ύλης, μεταβάλλει την ύλη].
Και έτσι κτίστηκαν τα Κυκλώπεια τείχη του Σάκσεϊχουάμαν [σ.σ.: Το “κοσμικο πουμα”], όχι από ανθρώπους αλλά από μνήμη. Έτσι χτίστηκε το Ολαταγιατάμπο [σ.σ.: Η “πολιτεια των γιγαντων“], όχι από εργάτες αλλά από μύστες. Έτσι χτίστηκε το Μάτσου Πίτσου, όχι από πέτρα αλλά από συμφωνία.
Και όταν οι Μινύες είδαν τα έργα αυτά, αναγνώρισαν κάτι που τους έκανε να σιωπήσουν: η αρχιτεκτονική των Άνδεων ήταν η ίδια με των Μυκηνών. Οι γωνίες, οι ορθοστάτες, οι σπονδυλωτές τοποθετήσεις, οι τεράστιοι λίθοι που δεν έπρεπε να μπορούν να μετακινηθούν, αλλά μετακινήθηκαν, όλα ήταν ίδια. Ήταν σαν μια δεύτερη Ελλάδα να είχε χτιστεί στην άλλη άκρη του κόσμου, σαν οι Μυκήνες να είχαν έναν δίδυμο αδελφό που στεκόταν πάνω από τα σύννεφα.
Οι Μινύες είδαν στο Μάτσου Πίτσου την Πύλη των Λεόντων. Είδαν στο Σάκσεϊχουάμαν την ακρίβεια των Κυκλώπειων τοίχων της Τίρυνθας. Είδαν στο Ολαταγιατάμπο την ίδια γεωμετρία που είχαν χαράξει οι πρόγονοί τους στο Αιγαίο. Και τότε κατάλαβαν: δεν υπήρχαν δύο πολιτισμοί. Υπήρχε ένας. Ένας που είχε χωριστεί από τον χρόνο, όχι από τη γη. Ένας που είχε ταξιδέψει με πλοία που δεν έπλεαν στην θάλασσα αλλά στον ουρανό. Ένας που είχε αφήσει τα ίδια σημάδια σε δύο άκρα του κόσμου. Και όταν το έργο ολοκληρώθηκε, οι λευκοί θεοί από τα σύννεφα χάθηκαν μέσα στην ομίχλη, σαν να μην υπήρξαν ποτέ, και οι Μινύες επέστρεψαν στην θάλασσα που τους γέννησε, αφήνοντας πίσω τους μόνο σύμβολα, μόνο πέτρες που ακόμη πάλλονται, μόνο μύθους που δεν πρέπει να ειπωθούν. Όμως πριν φύγουν, έδωσαν υποσχεσεις:
- ότι η παρουσία των λευκών θεών θα είναι πάντα επάνω από τις Άνδεις,
- ότι τα ιπτάμενα καράβια τους θα περιπολούν τον ουρανό σαν αόρατοι φρουροί,
- ότι το Μάτσου Πίτσου θα παραμείνει ιερό και προστατευμένο,
- ότι κανείς δεν θα μπορέσει να το κατακτήσει,
- ότι κανείς δεν θα μπορέσει να το καταστρέψει,
- ότι κανείς δεν θα μπορέσει να το αποκαλύψει πλήρως, γιατί δεν είναι μνημείο, αλλά πύλη, δεν είναι πόλη, αλλά μνήμη, δεν είναι κατασκευή, αλλά προειδοποίηση.
Και έτσι, μέχρι σήμερα, όταν η ομίχλη ανεβαίνει από την κοιλάδα και σκεπάζει τις πέτρες, κάποιοι ορκίζονται ότι βλέπουν σκιές να κινούνται επάνω από τα σύννεφα, σαν τεράστια πλοία που δεν αγγίζουν τον αέρα, σαν φαντάσματα από μια εποχή που δεν γράφτηκε ποτέ. Κάποιοι λένε ότι την νύχτα, όταν το φεγγάρι σβήνει, ακούγεται ένας βαθύς, υπόκωφος ήχος, σαν βήματα γιγάντων που ακόμη περιπολούν τα τείχη. Κάποιοι λένε ότι όταν αγγίζεις τις πέτρες του Μάτσου Πίτσου, νιώθεις μια δόνηση· στις Μυκήνες, το ίδιο. Είναι σαν δύο ιερά να μιλούν μεταξύ τους μέσα από χιλιετίες, σαν να είναι δύο φωνές της ίδιας αρχαίας γλώσσας, μιας γλώσσας που δεν μιλιέται πια, αλλά ακούγεται ακόμη από όσους ξέρουν να ακούν την γη. Και ίσως, βαθειά μέσα στις πέτρες, να υπάρχει ακόμη η ηχώ μιας αρχαίας διαδρομής, που ενώνει το Αιγαίο με τις Άνδεις, τις Μυκήνες με το Κούσκο, τους Μινύες με τους λευκούς θεούς, τους γίγαντες με τους ανθρώπους, μια διαδρομή που δεν γράφτηκε ποτέ αλλά υπάρχει, μια διαδρομή που περιμένει κάποιον που ξέρει να ακούει την γη, να ακούει τη μνήμη, να ακούει την πέτρα που αναπνέει, να ακούει τη σκιά της πέτρας που ψιθυρίζει ακόμη.
Η Ιστορία συνεχίζεται!!!
ΠΗΓΗ: ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 29.4.2026.
